“Είμαι 31 χρονών, μένω μόνος μου εδώ και αρκετά χρόνια και έχω πολύ καλή σχέση με τη μητέρα μου. Το πρόβλημα είναι ότι μερικές φορές νιώθω πως εκείνη δεν έχει καταλάβει ακριβώς το κομμάτι του «31 χρονών».
Θέλει να ξέρει πού είμαι, με ποιον είμαι, αν γύρισα σπίτι, τι έγινε στη δουλειά, αν βγαίνω με κάποια και, αν δεν απαντήσω στο τηλέφωνο, μπορεί να ξαναπάρει δύο και τρεις φορές. Αν της πω ότι θα πάω κάπου το Σαββατοκύριακο, ακολουθεί κανονική ανάκριση: πού, με ποιους, πότε θα φύγετε, πότε θα γυρίσετε.
Ξέρω ότι το κάνει επειδή νοιάζεται και όχι επειδή θέλει να μου κάνει κακό. Γι’ αυτό και κάθε φορά που προσπαθώ να βάλω κάποιο όριο, μετά νιώθω τύψεις. Εκείνη στενοχωριέται και μου λέει πράγματα του τύπου «μάνα σου είμαι, να μη νοιάζομαι;».
Δεν θέλω ούτε να την πληγώσω ούτε να χαλάσει η σχέση μας. Από την άλλη, αρχίζω να αισθάνομαι ότι πρέπει να δίνω αναφορά για τη ζωή μου ενώ είμαι ενήλικος άνθρωπος.
Πώς βάζεις όρια στη μητέρα σου χωρίς να την κάνεις να νιώσει ότι την απομακρύνεις;
— Ακόμα_Παιδί_31
🐾 Ο Θείος Οδυσσέας λέει:
Νομίζω ότι εδώ χρειάζεται μια κουβέντα που είναι λίγο δύσκολη ακριβώς επειδή αγαπάς τη μητέρα σου και δεν θέλεις να την πληγώσεις.
Και ίσως πρέπει να ξεκινήσεις ακριβώς από εκεί:
«Σ’ αγαπάω, αλλά δεν μπορώ να δίνω αναφορά συνεχώς για το παραμικρό.»
Γιατί υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο «ενδιαφέρομαι για τη ζωή σου» και στο «πρέπει να ξέρω τα πάντα για τη ζωή σου». Το πρώτο μπορεί να σε κάνει να νιώθεις ότι έχεις έναν άνθρωπο δίπλα σου. Το δεύτερο, όσο καλή κι αν είναι η πρόθεση, μπορεί τελικά να σε πιέζει.
Οι γονείς περνούν χρόνια δίνοντας στα παιδιά τους εργαλεία για να μπορέσουν κάποια στιγμή να σταθούν μόνα τους. Κι όταν έρθει εκείνη η στιγμή, ίσως το δυσκολότερο κομμάτι της δουλειάς τους είναι ακριβώς αυτό:
να τα αφήσουν να πετάξουν!
Δεν σημαίνει ότι σταματούν να είναι γονείς. Σημαίνει ότι αλλάζει ο ρόλος τους.
Θέλεις να ξέρεις ότι το παιδί σου είναι καλά. Είσαι εκεί όταν σε χρειαστεί. Μπορείς να ρωτήσεις αν βλέπεις ότι κάτι δεν πάει καλά. Μπορείς να πεις τη γνώμη σου.
Αλλά όταν ένας ενήλικος άνθρωπος σου λέει «είμαι εντάξει», κάποια στιγμή πρέπει να μπορείς και να το δεχτείς.
Και αν δυσκολεύεται να το δει από τη δική σου πλευρά, ίσως αξίζει να της κάνεις μια πολύ απλή ερώτηση:
«Εσύ, στην ηλικία μου, πόσο μέσα στη ζωή σου άφηνες τη δική σου μητέρα;»
Μερικές φορές βλέπουμε πολύ πιο εύκολα ένα όριο όταν θυμηθούμε ότι κάποτε χρειαστήκαμε κι εμείς το ίδιο.
Και μετά χρειάζεται να της εξηγήσεις και κάτι ακόμα, όχι σαν απειλή αλλά σαν πραγματική συνέπεια.
Αν αισθάνεσαι ότι κάθε πληροφορία που της δίνεις οδηγεί σε άλλες δέκα ερωτήσεις, κάποια στιγμή θα αρχίσεις είτε να της κρύβεις πράγματα είτε να της λες ψέματα είτε να απομακρύνεσαι.
Κι από όσα λες, δεν θέλεις τίποτα από αυτά.
Θέλεις να έχεις τη μητέρα σου στη ζωή σου. Απλώς θέλεις να την έχεις εκεί ως μητέρα ενός ενήλικου ανθρώπου και όχι ως επιτηρητή ενός δεκάχρονου παιδιού.
Το δύσκολο είναι ότι μπορεί να της το εξηγήσεις τέλεια και πάλι να μην αλλάξει. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν χαρακτήρα επειδή βρήκαμε τα σωστά λόγια.
Εσύ όμως μπορείς να είσαι ξεκάθαρος για το δικό σου όριο και —το σημαντικότερο— να το τηρείς χωρίς να αισθάνεσαι ότι κάθε φορά πρέπει να απολογείσαι γι’ αυτό.
Γιατί ίσως αυτό είναι ένα από τα πιο παράξενα πράγματα που πρέπει να μάθουν κάποτε και οι δύο πλευρές:
Το παιδί μεγαλώνει. Η αγάπη δεν μικραίνει. Απλώς αλλάζει ο τρόπος που την δείχνεις.
— Θείος Οδυσσέας 🐾

